ευρωτιώ

ευρωτιώ
(α) αμετ. плесневеть, покрываться плесенью (тж. перен. )

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "ευρωτιώ" в других словарях:

  • ευρωτιώ — εὐρωτιῶ, άω (Α) [ευρώς] προσβάλλομαι από ευρώτα, από μούχλα («μὴ σήπηται μήδ εὐρωτιᾷ», Θεόφρ.) …   Dictionary of Greek

  • εὐρωτιῶ — εὐρωτιάω to be pres imperat mp 2nd sg εὐρωτιάω to be pres subj act 1st sg (attic epic ionic) εὐρωτιάω to be pres ind act 1st sg (attic epic ionic) εὐρωτιάω to be imperf ind mp 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευρωτίαση — η σχηματισμός μούχλας. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευρωτιώ. Η λέξη μαρτυρείται από το 1848 στο περιοδικό Αποθήκη τών ωφελίμων και τερπνών γνώσεων] …   Dictionary of Greek

  • καταπύθω — (Α) 1. κάνω κάτι να σαπίσει, κατασαπίζω κάτι 2. παθ. καταπύθομαι σήπομαι, κατασαπίζω («ξύλον, τὸ μὲν οὐ καταπύθεται ὄμβρῳ», Ομ. Ιλ.) 3. (κατά τον Ησύχ.) «εὐρωτιῶ», μουχλιάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + πύθω «κάνω κάτι να σαπίσει»] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»